Oficrete

Ορθός στην άκρα του γκρεμνού

Η πλέον διάσημη φράση που σχετίστηκε με το Νίκο Καζαντζάκη μπορεί να αναγνωστεί σήμερα ως επιτύμβιο επιγράμμα στο λιτό ταφικό του μνημείο.
Ετικέτες:
facebook banner
Όποιος θέλει να το επισκεφτεί πρέπει να ανέβει στην τάμπια Μαρτινέγκο (*) πάνω στα Ενετικά Τείχη του Ηρακλείου. Εκεί ανάμεσα στις αυτόματες σκέψεις και τα συναισθήματα που θα προκαλέσουν από τη μια τα γήπεδα ( του Εργοτέλη, σε διαρκή σύγκρουση με την αρχαιολογική υπηρεσία ) και από την άλλη η αρχιτεκτονική της πρωτευούσης της Περιφέρειας της Κρήτης ( σε διαρκή σύγκρουση με την αισθητική ) μπορεί να αντικρύσει χαραγμένο το διάσημο απόφθεγμα. Μπορεί να το δει αν δεν έχει βανδαλιστεί όπως στο πρόσφατο παρελθόν φυσικά.

Αν ρωτά κανείς γιατί βρίσκεται εκεί ( η επιγραφή όχι ο ίδιος ) η απάντηση είναι πως ήτο η επιθυμία του Καζαντζάκη στην Διαθήκη του. Ήθελε να μείνει για πάντα ένα μήνυμα εκφραστικό για την προσωπική του εσωτερική πάλη για την ευδαιμονία. Έτσι λοιπόν μας έμεινε το “Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος" το οποίο κυκλοφορεί σε διάφορες μορφές από λεκτικές παραφράσεις ως στάμπα πέρα πόδε να το θωρρούνε κι όσοι ιδέα δεν έχουνε για όλα τα παραπάνω και να λένε γιάε τονε μωρέ κι επέρασε απ' την Κρήτη.

Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ο Καζαντζάκης την έχει γράψει όντως τη διατύπωση αυτή. Στο περίφημο έργο του Ασκητική είναι ξεκάθαρο: "Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω:"Αυτό θέλω!" Ξέρω τώρα. Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία."

Δεν είμαι σίγουρος αν έχουν διαβάσει περισσότεροι την στοχαστική Ασκητική, ή ένα αριστούργημα πολιτικής σκέψης με τίτλο “Ελληνική Νομαρχία” το οποίο τυπώνεται “εν Ιταλία” το 1806 όπου ο “Ανώνυμος Έλλην” υπέρμαχος του Διαφωτισμού γράφει με τόλμη: “Ο μεν ελεύθερος λοιπόν ούτε ελπίζει ούτε φοβάται εις ό,τι μέλει να πράξη”. Πιθανολογώ ότι η Ελληνική Νομαρχία είναι πιο εξοστρακισμένη στην κοιτίδα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και μη προσβάσιμη στο κοσμικό και πεφωτισμένο εκπαιδευτικό μας σύστημα αλλά δεν υποτιμώ και τη δύναμη της μόδας.

Γνωρίζουμε πάντως ότι ο Καζαντζάκης θαύμαζε τον Κονδυλάκη (1861-1920) το γνωστό Βιαννίτη συγγραφέα του Πατούχα. Ο Κονδυλάκης εκτός από χρονογραφήματα και μυθιστορίες μετέφρασε και αρχαίους συγγραφείς όπως έκαναν και άλλοι Κρήτες διανοούμενοι (ο Βενιζέλος απέδωσε Θουκυδίδη, ο Πρεβελάκης Ευριπίδη κλπ ). Μεταξύ των έργων που μετέφρασε τώρα ο Κονδυλάκης (ασχολήθηκε με όλα τα έργα του Λουκιανού και Γάλλους συγγραφείς όπως ο Φλωμπερ) ήταν και ο Βίος Δημώνακτος του Λουκιανού. Το βιβλίο αυτό έπεσε στη χέρα του Καζαντζάκη και το αγάπησε.

Το σχετικό απόσπασμα γράφει τα εξής: (** στο τέλος το αρχαίο κείμενο)

<<Όταν κάποιος τον ρώτησε ποιος είναι κατά την γνώμη του ο ορισμός της ευτυχίας,
εκείνος απάντησε ότι ευτυχισμένος είναι μόνο ο ελεύθερος.
Όταν ο άλλος παρατήρησε ότι υπάρχουν πολλοί ελεύθεροι, απάντησε:
«Εκείνον θεωρώ ελεύθερο, όποιον δεν ελπίζει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα».
Και εκείνος τον ρώτησε: «Και πώς μπορεί κανείς να το καταφέρει αυτό; Γιατί όλοι ως επί το πλείστον είμαστε δούλοι σε τούτα τα δύο».
«Και όμως, αν κατανοήσεις τα ανθρώπινα, θα ανακαλύψεις ότι αυτά δεν είναι άξια ούτε ελπίδας ούτε φόβου, αφού οι πόνοι και οι ηδονές θα τερματιστούν στο τέλος οπωσδήποτε».>>

Ο Δημώναξ (70 - 170 ΚΕ) ήταν ένας εκλεκτικός (κυνικός και στωικός) φιλόσοφος με καταγωγή από την πατρίδα του Ζήνωνα, Κύπρο. Μαθητής του Στωικού Επίκτητου και άλλων φιλοσόφων, επέλεξε, αν και ανήκε σε πλούσια οικογένεια να ζει ασκητικά. Μετοίκησε στην ξελογιάστρα τότε (φιλοσοφικώς) Αθήνα όπου και δίδαξε ότι τα μόνα αγαθά στη ζωή είναι η αυτάρκεια, η απαλλαγή από ελπίδα και φόβο και η ψυχική γαλήνη. Μεταξύ των μαθητών του ήτο και ο εξελληνισμένος Σύριος Λουκιανός. Εξ ου και ο Βίος Δημώνακτος, έργο του Σαμοσατέα Λουκιανού αφιερωμένο στο δάσκαλό του. Έζησε αποφεύγοντας τις εκτροπές και τις ανοίκειες πράξεις (αρκετοί κυνικοί της ύστερης αρχαιότητας είχαν ξεφύγει σε αυτό που λέμε σήμερα αντικοινωνική συμπεριφορά ), μια ζωή με μέτρο και όταν συμπλήρωσε έναν αιώνα ζωής αποφάσισε, αισθανόμενος το βαθύ γήρας, εκούσια να μην λαμβάνει τροφή και να πεθάνει. Για όσους δεν πολυνοιάζει η ελληνιστική φιλοσοφία οι Επίκτητοι και οι Δημώνακτες, απλώς να προσθέσω ότι προς τιμήν του έβγαλαν το όνομα ενός κρατήρα στη Σελήνη (Demonax) κάποιοι αστρονόμοι της εσπερίας.

Η ιδέα της ελευθερίας υπάρχει φυσικά με πολλές μορφές σε όλη την Αρχαία Ελληνική Σκέψη. Την ιδιαίτερη μορφή της, ως απουσίας φόβου και ελπίδας την ταυτίζει ο Καζαντζάκης με αυτό που αποκαλεί “Κρητική Μαθιά”. Την περιγράφει ως τον αγώνα να ανέβει σε μια κορυφή, με το να κοιτάζει την Άβυσσο χωρίς ελπίδα και χωρίς φόβο όρθιος στην άκρα του γκρεμού. Μάλιστα εμπνέεται από την τοιχογραφία της Κνωσού με τα ταυροκαθάψια για να δώσει τη δική του θεολογία πάλης ανθρώπου και θεού - ταύρου: “στορισμένη στους τοίχους προαιώνια πάλη του ανθρώπου και του ταύρου που σήμερα τον λέμε θεό”.

Ο μεγάλος Ομιλίτης Ρασούλης μας άφησε ένα πανέμορφο ιδιόμελο ριζίτικο που εκφράζει τη σχέση της Κρήτης ως ιδέας (και όχι απλώς ως νήσου – καταγωγής ) η οποία προάγει αυτήν την “Κρητική μαθιά” ως την ικανότητα του αετοπετάγματος πάνω από τα άκρα του γκρεμνού ξεπερνώντας ελπίδες και πόνους, άφοβα και λεύτερα.

Κάτι ωραίο και σωστό έγινε στσι Αρχάνες
όπως γινούτανε παλιά στου Μίνωα τσι σκάλες
τότες η Κρήτη ήτονε το φως τση ανθρωπότης
μα δα φοβούμαι γύρισε τση δόξας ο διακόφτης
Κι αφήστε με να τραγουδώ πως κ'ίσως να χαθούμε
κι όλους απόψε σας καλώ βαθιά να το σκεφτούμε
Ήταν η Κρήτη σας ρωτώ νησί γή μιαν ιδέα
Ελπίδα πόνος τράχαλος πληγή του Προμηθέα
Εγώ αν δεν ήμουν Κρητικός ποτέ δεν θα μπορούσα
να φτάσω πάνω απ΄το γκρεμό και ν'αετοπετούσα
Κάτι ωραίο και σωστό έγινε στσι Μαδάρες
γεμίζει αθάνατο νερό εις τση καρδιάς στσι στάμνες.

(*) Τάμπια σημαίνει προμαχώνας < τουρκική tabya < αραβική تعبئة (ta'bya). Στην πραγματικότητα το όνομα του διάσημου στρατιωτικού μηχανικού υπεύθυνου για την οχύρωση της πόλης στην υπηρεσία της Βενετίας ήταν Gabriele Tadino di Martinengo (Martinengo,1476 – Venezia,1543). Το Μαρτινένγκο είναι ο τόπος καταγωγής, βρίσκεται στη Βρεσκία της Λομβαρδίας (Brescia).

(**) Ἐρωτήσαντος δέ τινος, τίς αὐτῷ ὅρος εὐδαιμονίας εἶναι δοκεῖ, μόνον εὐδαίμονα ἔφη τὸν ἐλεύθερον· ἐκείνου δὲ φήσαντος πολλοὺς ἐλευθέρους εἶναι, Ἀλλ' ἐκεῖνον νομίζω τὸν μήτε ἐλπίζοντά τι μήτε δεδιότα· ὁ δέ, Καὶ πῶς ἄν, ἔφη, τοῦτό τις δύναιτο; ἅπαντες γὰρ ὡς τὸ πολὺ τούτοις δεδουλώμεθα. Καὶ μὴν εἰ κατανοήσεις τὰ τῶν ἀνθρώπων πράγματα, εὕροις ἂν αὐτὰ οὔτε ἐλπίδος οὔτε φόβου ἄξια, παυσομένων πάντως καὶ τῶν ἀνιαρῶν καὶ τῶν ἡδέων».
(Λουκιανός, Βίος Δημώνακτος, παράγραφοι 19.4-20.7)

Δείτε το Video

Oficrete