Oficrete

Απόλλωνας Μηχανικού

Αν υποθέσει κανείς ότι υπάρχουνε όμορφα στρατόπεδα, τότε στην κορυφή της σχετικής λίστας μπαίνει η Σχολή Μηχανικού στο Λουτράκι
Μια αχανής και κατάφυτη έκταση, επάνω στις εκβολές της διώρυγας στον κορινθιακό κόλπο, με τμήμα του αρχαίου δίολκου εντός της, απ’ όπου έσερναν κάποτε τα πλοία προκειμένου να διασχίσουν τον Ισθμό. Αλλά και μ’ ένα κανάλι σκαμμένο κάθετα στη διώρυγα, όπου οι υποψήφιοι δόκιμοι αξιωματικοί κάνουνε την εκπαίδευσή τους στη γεφυροποιία το πρωί και τη σκοπιά τους το απόγευμα, χαζεύοντας τα πολυάριθμα ψάρια να παιχνιδίζουν στα ήρεμα νερά του και να σουλατσάρουν ελεύθερα προς την κατεύθυνση της αρεσκείας τους.

Τέτοιες μέρες σαν και τώρα, προς το τέλος του καλοκαιριού του 2006, διάβηκα κι εγώ ως Υ.Ε.Α. την πύλη αυτού του στρατοπέδου. Δεν έφτανε η μεγάλη πίεση των πρώτων ημερών από την προηγούμενη σειρά (όσοι αναγνώστες έχουν περάσει από σχολή δοκίμων στο Στρατό, είναι εξοικειωμένοι με τις καταστάσεις), το απέραντο στρατόπεδο ήτανε και κατάμαυρο· είχαμε λαλήσει στην υπηρεσία και στον ποδαρόδρομο, για να φτάσουμε στα πιο απομακρυσμένα του φυλάκια.

Επιστρέφοντας από ένα τέτοιο μια μέρα, είδα ένα μπουλούκι από δεκαοχτάχρονους με γκρίζες παραλλαγές, να ξεφορτώνουν τα πράγματά τους στους κοιτώνες. Ποιοι ήτανε ετούτοι οι πιτσιρικάδες και γιατί φορούσαν διαφορετικά ρούχα από εμάς;

Σύντομα λύθηκε η απορία μου: είχαν έρθει για εκπαίδευση οι αντίστοιχοι Υ.Ε.Α. της Εθνικής Φρουράς. Στην Κύπρο η στράτευση στα δεκαοχτώ είναι υποχρεωτική, και ως δόκιμοι αξιωματικοί επιλέγονται οι κληρωτοί στρατιώτες με το καλύτερο «βιογραφικό»· σημαίνει οι καλύτεροι απόφοιτοι των κυπριακών σχολείων, το ξαθέρι των μαθητών, που πρέπει να εκπληρώσουν τη στρατιωτική τους υποχρέωση, για να φοιτήσουν έπειτα στο πανεπιστήμιο της επιλογής τους.

Τι κι αν είχαμε κοντά δέκα χρόνια διαφορά, αμέσως κόλλησα μαζί τους: ο Μάριος κι ο Κωστάκης απ’ τη Λάρνακα, ο Άγγελος από την Πάφο, ο Νικόλας από τη Λευκωσία, κι άλλοι. Παιδιά με επίπεδο, ξεχωρίζανε σαν τη μύγα μες στο γάλα, μέσα στον όχλο του ελληνικού στρατού, όχι λόγω της διαφορετικής τους στολής, αλλά λόγω της γενικότερης συγκρότησής τους. Απολάμβανα να τους ακούω να λογοφέρνουνε για πολιτικά και για ποδόσφαιρο – στην Κύπρο, άλλωστε, τα όρια ανάμεσα στις δυο αυτές θεματικές, είναι από δυσδιάκριτα ως ανύπαρκτα.

Ανάμεσά τους κι ο Χαμπάκης από τη Λεμεσό. Δυο μέτρα θεριό ήτανε, ο πιο ψηλός απ’ όλους τους, κι όπου βρισκότανε και στεκότανε, είχε τον καημό του Απόλλωνα και του Λούκας Σόσιν. Ήξερε πως ψήνομαι για ποδοσφαιροκουβέντα κι όποτε με κουτουλούσε, αρχίνιζε και μου ‘λεγε για τον παιχταρά τον Σόσιν, «και ξέρεις μωρέ Κουγιουμουτζή, ότι επήραμεν το πρωτάθλημα;», είχανε πάρει το πρωτάθλημα μετά από 12 χρόνια, με τον Σόσιν πρώτο σκόρερ για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ιδέα δεν είχα για όλα αυτά ως τότε, ποιος ασχολούνταν άλλωστε με το κυπριακό πρωτάθλημα εκείνα τα χρόνια; Αφ’ υψηλού τους κοιτούσαμε τους Κύπριους, μέσα στην παραζάλη της ελληνικότατης φούσκας μας (ποδοσφαιρικής και κοινωνικής), βρισκόταν όμως σε παροξυσμό ο Χαμπάκης και τίποτε δεν τον γκρέμιζε από το συννεφάκι του. Τον ζήλευα και λίγο που καμάρωνε για την επιτυχία της ομάδας του, ενόσω εμείς ακόμη προσπαθούσαμε να ξεβρομίσουμε τους κόπρους του αόρατου Αυγεία μας.

Τέσσερις μήνες έμεινα με τους Κυπραίους μου και πολύ τους αγάπησα κι αυτούς και τις αθιβολές τους, συχνά-πυκνά τους φέρνω στο νου μου, όποτε αναθυμάμαι τη θητεία μου, με κάποιους έχω κρατήσει και μια υποτυπώδη επαφή, μα τους υπόλοιπους τους πήρε μακριά το ποτάμι της ζωής.

Μα να τώρα, που θα συναπαντήσουμε με τον Απόλλωνα της Λεμεσού κι αμέσως ήρθε στο νου μου ο ενθουσιώδης Χαμπάκης κι ο Λούκα Σόσιν κι η Σχολή Μηχανικού κι οι γκρίζες παραλλαγές και τα ψάρια στο κανάλι και τα παγωμένα ηλιοβασιλέματα του κορινθιακού κόλπου και το γραμμένο «Ο.Φ.Η.» απ’ το χέρι μου στη σκοπιά, πλάι στο δικό του «Απόλλων - Λεμεσός».

Να ‘ναι καλά το παλικάρι, όπου κι αν είναι και να με συμπαθά που η ομάδα μου θα προσπαθήσει να τον στεναχωρήσει – και αισιοδοξώ ότι στο τέλος θα τα καταφέρει κιόλας.

Oficrete