Oficrete
20/09/2018 - 11:57

Η καυτή ατμόσφαιρα των ελληνικών γηπέδων

Επιστρέφουμε στη ροή της θεματολογίας, προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τα δυνητικά πλεονεκτήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου.

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Μύρων Κανάκης
Αναφερθήκαμε στο προηγούμενο μέρος για την ποιότητα που μπορεί να διαθέτει ο Έλληνας ποδοσφαιριστής και για το συγκριτικό του πλεονέκτημα, την καρδιά και την ψυχή που είναι ικανός, όσο λίγοι η αλήθεια είναι, να καταθέσει εντός αγωνιστικού χώρου.

Στο δεύτερο μέρος του θέματος θα σταθούμε στο κλίμα. Στο «γηπεδικό» κλίμα.

Κατά γενική ομολογία, τα ελληνικά γήπεδα έχουν τη θερμότερη ατμόσφαιρα στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το προχθεσινό ματς στο Γεντί Κουλέ.

Απαραίτητη προϋπόθεση φυσικά για να συμβεί αυτό είναι τουλάχιστον μια από τις δυο ομάδες να έχει κόσμο. Ομάδες σφραγίδες, φαινόμενο που δυστυχώς ευδοκιμεί στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο στην Ελλάδα, πέρα των υπολοίπων στρεβλών, αναξιοπιστία, έλλειψη ανταγωνιστικότητας, υποβάθμιση του προϊόντος, δεν μπορούν να προσφέρουν στη δημιουργία ενός θερμού - μεσογειακού ποδοσφαιρικού κλίματος.

Το καυτό ποδοσφαιρικό κλίμα στη χώρα μας είναι αδιαμφισβήτητα ένα, συγκριτικό μάλιστα, πλεονέκτημα των ελληνικών γηπέδων. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλες προσωπικότητες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, πρόχειρα ανακαλώ στο μυαλό μου τον Ριβάλντο, τον Γκατούζο, τον σερ Άλεξ και τον Μουρίνιο που, είτε στην θητεία τους στην χώρα είτε όταν έπρεπε να αντιμετωπίσουν ελληνική ομάδα σε ευρωπαϊκό ματς, στις δηλώσεις τους αναφέρονταν στο κλίμα που θα αντιμετωπίσουν.

Είναι άλλωστε κοινό σημείο του Έλληνα ποδοσφαιριστή με τον Έλληνα οπαδό. Το πάθος που έχουν για τη νίκη. Ο οπαδός, μιλάω εκ πείρας, θεωρεί ότι οφείλει να δώσει το δικό του αγώνα για να βοηθήσει την ομάδα του να φτάσει στη νίκη. Δεν είναι λίγες οι φορές που μπορώ να θυμηθώ στο ημίχρονο ενός αγώνα στο Γεντί Κουλέ, όταν αυτός μοιάζει δύσκολος ή δεν πηγαίνει καλά, που με άλλους συντρόφους από τη Θύρα 4 συμφωνούμε ότι πρέπει να δώσουμε περισσότερο φωνή και πάθος, για να σπρώξουμε την ομάδα στην νίκη.

Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι ο ΟΦΗ έχει κερδίσει πολλούς φιλάθλους από το εξωτερικό, επισκέπτες του νησιού μας, που κανονίζουν ακόμη και τις διακοπές τους, ώστε να μπορέσουν να παρακολουθήσουν έναν αγώνα στο Γεντί Κουλέ. Δεν αγάπησαν όλοι αυτοί τον ΟΦΗ εξαιτίας της σούπερ ομάδας που διαθέτει, δε συμβαίνει αυτό άλλωστε, δυστυχώς, την τελευταία 18ετία. Αγάπησαν τον ΟΦΗ εξαιτίας της θερμής ατμόσφαιρας του Γεντί Κουλέ, εξαιτίας της ανεπανάληπτης εμπειρίας να ζήσεις ένα αγώνα σε ένα τόσο θερμό γήπεδο.

Ακόμη – ακόμη, οι Έλληνες οπαδοί έχουν συχνά καταφέρει να διαμορφώσουν μουσικά «διαμάντια» του πολιτισμού μας σε συνθήματα δίνοντας άλλο τόνο στην εξέδρα. Εκτός από τον ύμνο του «Ανάψαμε φωτιά και μεγαλώνει» σε μουσική Μαρκόπουλου, να θυμίσω, δεν είναι λίγα τα συνθήματα πάνω σε συνθέσεις Θεοδωράκη, Χατζιδάκι αλλά και Σαββόπουλου, Ζαμπέτα και άλλων. Ανάλογο φαινόμενο, θαρρώ, μόνο στη Λατινική Αμερική συναντάται.

Βέβαια στην Ελλάδα δεν είναι τόσες πολλές οι ομάδες που μπορούν οι φίλαθλοι τους να δημιουργήσουν κοντινή, έστω, προς το Γεντί Κουλέ ατμόσφαιρα.

Πέρα από τη δική μας, τους τρεις του πάλαι ποτέ ΠΟΚ, τους 3 της Θεσσαλονίκης, τη Λάρισα και τον Πανιώνιο, δύσκολα μπορείς να προσθέσεις σε αυτό το γκρουπ άλλη ομάδα.

Μετά βίας ίσως τον ΠΑΣ Γιάννινα, που όσο κι αν εξυμνείται από τα κεντρικά MME για την οπαδική του βάση, δε θα συμφωνήσω, χωρίς να νιώθω κάποια έντονη αντιπαλότητα εξαιτίας του μπαράζ το 2001, αφού σήμερα, σε μια εποχή που η ομάδα της Ηπείρου γνωρίζει ακμή, μετά βίας το πέταλο να υποδέχεται περισσότερα από 300-400 άτομα. Ακόμη και η Ξάνθη με παραπάνω από 25 χρόνια συνεχή παρουσία στην Α' Eθνική δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει οπαδική βάση.

Με θετική ματιά ίσως η Παναχαΐκή, που στα δυο ματς με τον ΟΦΗ και τον Άρη πέρσι, όταν οι Πατρινοί είχαν πρωταγωνιστικές βλέψεις, δημιουργήθηκε ένα όμορφο ποδοσφαιρικό κλίμα. Με πολύ καλή θέληση ίσως κάποιος θα μπορούσε να προσθέσει, δυο – τρεις ταχύτητες βέβαια πιο κάτω, αλλά με αξιόλογη δυναμική την Καλαμάτα, την Καβάλα, την Δράμα, τις Σέρρες, τα Τρίκαλα.

Στην Ελλάδα όμως, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η παρέλαση από την πρώτη τη τάξει κατηγορία ομάδων - σφραγίδων, κάθε άλλο βοήθησε το ποδοσφαιρικό προϊόν. Περισσότερο ώθησε σε ένα παρα-ποδοσφαιρικό προϊόν, προς όφελος σίγουρα όχι της πραγματικής οικονομίας, αλλά της παραοικονομίας.

Βλέπετε, το ποδόσφαιρο σε προηγμένες (ποδοσφαιρικά και όχι μόνο) χώρες αποτελεί, συχνά σημαντικό, κομμάτι της πραγματικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αγγλία, οι σπορτκάστερ αναφέρονται στο ποδόσφαιρο σαν βιομηχανία του θεάματος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η Πρέμιερ Λιγκ αποτελεί το δεύτερο εξαγώγιμο προϊόν μιας οικονομίας του G7, όπως αυτή της Μεγάλης Βρετανίας. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι το Μάντσεστερ, μια αμιγώς βιομηχανική πόλη στις προηγούμενες δεκαετίες, έχει διαμορφωθεί σαν ο δεύτερος τουριστικός προορισμός της Αγγλίας μετά το Λονδίνο, εξαιτίας πρωτίστως της Γιουνάιτεντ, του Ολντ Τράφορντ, και μετέπειτα με την ισχυροποίηση της Σίτι, προσελκύοντας δεκάδες χιλιάδες τουριστών που θέλουν να απολαύσουν ένα αγώνα της Πρέμιερ Λιγκ ή απλώς να κάνουν ένα τουρ στα παλατάκια που φιλοξενούν τις δυο ομάδες.

Στη Γερμανία, όπου τα περιθώρια για διασκέδαση, ιδιαίτερα σε μεγάλες βιομηχανικές πόλεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πολυποίκιλα, το ποδοσφαιρικό ματς του Σαββατοκύριακου αποτελεί διέξοδο, ή καλύτερα έξοδο για διασκέδαση.

Στο Ντόρτμουντ δε, στο μεγαλύτερο πέταλο της Ευρώπης δεν είναι λίγοι οι αλλοδαποί επισκέπτες από κάθε γωνιά της ηπείρου, που διαθέτουν ακόμη και εισιτήριο διαρκείας, ώστε να μπορούν να παρακολουθούν την Μπορούσια σε κάθε εντός έδρας ματς.

Στη μεσογειακή Ισπανία, όπου το κλίμα δεν είναι παγερό όπως στον ευρωπαϊκό Βορρά, συχνά οι ομάδες διαφημίζουν την περιοχή που εκπροσωπούν, προσελκύοντας επισκέπτες που θα ήθελαν να συνδυάσουν τις διακοπές τους με ένα ποδοσφαιρικό ματς. Έτσι, στο παρελθόν η Σεβίλλη είχε στην φανέλα το “welcome to Andalusia“, η Βαλένθια, η Μάλαγα είχαν κάτι ανάλογο ή ακόμη και τα "κλάσικο" ορίζονται κοντά σε περιόδους αργιών, ώστε να προσελκύσουν ικανότερο αριθμό αλλοδαπών επισκεπτών, ενώ ένα ποσοστό των εισιτηρίων προορίζεται για τα τουριστικά γραφεία.

Αυτά για να καταδείξουμε πως το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει στην πραγματική οικονομία, αρκεί να υποστηρίζεται από νόμους και κανόνες που θα λειτουργούν ισόνομα και αξιοκρατικά για όλους, ανεξάρτητα της οικονομικής ευμάρειας ή των σχέσεων του ιδιοκτήτη μιας ΠΑΕ με την εκάστοτε κυβέρνηση.

Είναι δεδομένο λοιπόν, ότι η θερμή ατμόσφαιρα των ελληνικών γηπέδων μπορεί να θεωρηθεί πλεονέκτημα για το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ευχής έργο θα ήταν να ήμασταν άξιοι σαν λαός και σαν χώρα, οπαδοί και των δυο ομάδων να μπορούν να παρακολουθήσουν ένα σημαντικό αγώνα, χωρίς να απειλείται η σωματική ακεραιότητα των υπολοίπων.

Όταν όμως έχουμε εκτόξευση φωτοβολίδων να μένουν ατιμώρητες, όπως συνέβη ήδη από τις πρώτες αγωνιστικές φέτος, από οπαδούς ομάδας μάλιστα που στο παρελθόν έχουν ουσιαστικά δολοφονήσει φίλαθλο της αντίπαλης ομάδας, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80 στο Αλκαζάρ, ποιος ξεχνάει τον άτυχο Χαράλαμπο Μπλιώνα;

Όταν όμως μεγαλομέτοχος ομάδας είναι υπόδικος για σωρεία κακουργημάτων, σχετικών ή μη με το ποδόσφαιρο και όμως «όλα βαίνουν καλώς», αφού είναι υπεράνω της δικαιοσύνης.

Όταν όμως άλλος μεγαλομέτοχος μπουκάρει κραδαίνοντας σιδερικό στο γήπεδο, όταν η πολιτεία είναι ανίκανη να διοργανώσει ένα τελικό κυπέλλου χωρίς να πέσει το ξύλο της αρκούδας, πριν και μετά το ματς, όταν ακόμη και ο πρώτος πολίτης της χώρας αρνείται να παρευρεθεί σε ένα τελικό κυπέλλου αηδιασμένος, με το δίκιο του, από τις αλητείες, όταν η ανομία έχει ουσιαστικά θεσμοθετηθεί υπό την ανοχή του κράτους, όταν όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών δεν έχουν καν την πολιτική βούληση να πατάξουν το φαινόμενο της βίας στα γήπεδα, τότε το πλεονέκτημα της θερμής ατμόσφαιρας μηδενίζεται. Γίνεται εν δυνάμει πλεονέκτημα, που μόνο με πολιτική βούληση και μακροπρόθεσμο σχέδιο μπορεί να αναδειχτεί….

ΥΓ4: «Έχετε μπει ποτέ σε άδειο γήπεδο; Κάντε μια δοκιμή. Σταθείτε στη μέση του σταδίου κι αφουγκραστείτε. Το γήπεδο κάθε άλλο παρά άδειο είναι. Και οι κερκίδες δεν είναι καθόλου βουβές.

Στο Γουέμπλεϊ ακούγονται ακόμη οι φωνές από το Μουντιάλ του ΄66 όταν κέρδισε η Αγγλία, όμως αν αφουγκραστείτε καλύτερα, θα μπορέσετε να ακούσετε το απαρηγόρητο κλάμα του 53 όταν οι Ούγγροι νίκησαν την αγγλική ομάδα…

…Το Μαρακανά εξακολουθεί να θρηνεί τη βραζιλιάνικη ήττα στο Μουντιάλ του 50. Στο Μπομπονέρα του Μπουένος Άιρες ηχούν τα τύμπανα που χτυπούσαν μισό αιώνα νωρίτερα….»

(Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως. Του Εντουάρντο Γκαλεάνο)

ΥΓ44: Έλεγα να προσπεράσω ένα σχολιάκι για το ματς του Σαββάτου με τον ΠΑΟΚ, για να μην ξεχειλώσω το κείμενο, αλλά δεν άντεξα.

ΟΚ, 6 φορές το μπάτζετ μας ο ΠΑΟΚ, φαβορί για το πρωτάθλημα, πιο έμπειρη, πιο ποιοτική ομάδα. Δε νομίζω όμως ότι ο παλιός, ο old school ΠΑΟΚτσης να την ευχαριστήθηκε τόσο τη νίκη. Είναι σαν έβλεπα εγώ τον ΟΦΗ να αγωνίζεται με πράσινα ή κόκκινα. Θα έφευγα από το γήπεδο ή θα έκλεινα την τηλεόραση. Ορισμένα πράγματα δεν χωνεύονται.

Να το προσέξουν πάντως εκεί στο Βορρά, γιατί πέρα από την φανέλα μαθαίνω ότι στα πέριξ του γηπέδου τα πεπραγμένα τους θύμισαν τους «φίλους» τους με τα κόκκινα…

Όχι επειδή βρήκαμε το χρήμα να κάνουμε αυτά που καυτηριάζουμε τόσα χρόνια…

Όσο για εμάς, περισσότερο από την ανετοιμότητα που έχει δείξει η ομάδα, το μεγαλύτερο λάθος ήταν η επιλογή για κλειδάριθμο στην κλήρωση, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουμε με 2 εκτός έδρας ματς. Μια επιλογή που έγινε για να φτιαχτεί το γήπεδο, όπως ισχυρίστηκε η διοίκηση. Μα το τερέν είναι ακόμη άθλιο, ενώ τα τουρνικέ είναι τραγελαφικά.

Ευχαριστούμε για ότι κάνατε, άντε στο καλό να πάτε τώρα…

Δείτε το Video

Oficrete