Oficrete
17/08/2018 - 20:00

Τα εν δυνάμει πλεονεκτήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου

Μέρος πρώτο: Τα προτερηματα του Έλληνα ποδοσφαιριστή και οι ξένοι δάσκαλοι προπονητές.

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Μύρων Κανάκης
Αφού ακονίσαμε «πένα» και νου με τα εύκολα, τις "ομορφιές" του ελληνικού ποδοσφαίρου που «αναπολήσαμε» τους προηγούμενους μήνες, είναι καιρός να περάσουμε στα δύσκολα.

Στις προτάσεις για την βελτίωση του ποδοσφαίρου, στα προτερήματα που μπορεί το ελληνικό ποδόσφαιρο να διαθέτει και τα οποία οφείλουν οι θεσμοί και οι παράγοντες να αναδείξουν, αν δηλαδή θέλουμε κάποια στιγμή να δούμε ένα υγιές ποδόσφαιρο που θα προσφέρει οφέλη στο κοινωνικό σύνολο, πέρα της διαφυγής από την καθημερινότητα, όπως συμβαίνει σήμερα.

Η αλήθεια είναι ότι τις προηγούμενες μέρες, ήμουν σε δίλημμα. Με τι θα πρέπει να καταπιαστώ αρχικά;

Με τη δομή και την οργάνωση καθώς και τους τρόπους βελτίωσης αυτών ή με το ποδόσφαιρο αυτό καθεαυτό.

Αμφότερα μοιάζουν δύσκολα. Αυτό κυρίως εξαιτίας της απαξίωσης που έχει γνωρίσει το άθλημα από παραγοντίσκους και παραγοντάρες, εξαιτίας της χείριστης ποιότητας ποδοσφαίρου που παρακολουθούμε στη Χώρα, εξαιτίας της αρρωστημένης νοοτροπίας που έχει καθιερωθεί για νίκη με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο. Νοοτροπία που συχνά έχει υποτάξει το ταλέντο ποδοσφαιριστών που θα μπορούσαν σε ένα πιο υγιές περιβάλλον να δείξουν πολλά περισσότερα.

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι η προσέλευση των φιλάθλων μειώνεται γεωμετρικά κάθε χρόνο, αφού το προϊόν που προσφέρεται είναι κάκιστο.

Όπως δεν είναι τυχαίο ότι η νεολαία, κυρίως η σπουδάζουσα νεολαία που ακονίζει κάπως καλύτερα το μυαλό, απομακρύνεται από το ελληνικό ποδόσφαιρο, εκτός και αν έχει εντρυφήσει στο “ευγενές άθλημα του στοιχήματος” που για πολλούς είναι ο μοναδικός αξιόλογος λόγος να παρακολουθήσεις ποδόσφαιρο στην Ελλάδα. Ένα απλό γκάλοπ σε ανώτατα και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα δώσει πολλές απαντήσεις.

Ίσως μάλιστα να προλάβει και να διορθώσει κάποιες καταστάσεις πριν είναι αργά, ή πριν οι ομάδες σε λίγα χρόνια, αν συνεχιστεί αυτή η συρρίκνωση του αριθμού των θεατών, παίζουν μεταξύ συγγενών και φίλων.

Πάμε όμως να ασχοληθούμε με τα αμιγώς ποδοσφαιρικά, ποια είναι τελικά τα πλεονεκτήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου;

Δε χρειάζεται να είσαι ειδήμονας για να συμπεράνεις ότι δεν υπάρχει ελληνική ποδοσφαιρική σχολή. Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που συμβαίνει σε χώρες σαν την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία ή την Ιταλία. Ή ακόμη και τους γείτονες μας Σέρβους και Κροάτες (άλλοτε Γιουγκοσλάβους) τους χαρακτηρισμένους στο παρελθόν «Βραζιλία των Βαλκανίων».

Αυτό δε σημαίνει ότι ο Έλληνας ποδοσφαιριστής δεν έχει ταλέντο.

Από την εποχή ακόμη του Σιδέρη, του πρώτου Έλληνα που έπαιξε με επιτυχία στο εξωτερικό στις αρχές της δεκαετίας του 70, ή ακόμη πιο πριν ποδοσφαιριστές σαν το Νεστορίδη, τον Ελευθεράκη, το Λουκανίδη, αλλά και τον δικό μας Πέτρο Βουζουνεράκη, αν ήταν διαφορετικής εθνικότητας, ο μύθος τους θα ήταν μεγαλύτερος.

Η έλλειψη σχεδιασμού, η προχειρότητα και η ανοργανωσιά, το έλλειμμα επαγγελματισμού ακόμη, ήταν στοιχεία που χαρακτήριζαν το ελληνικό ποδόσφαιρο ανέκαθεν.

Αν κάνουμε ένα χρονολογικό άλμα, φτάνοντας στην δεκαετία του 90 μόνο για να θυμηθούμε τα 10άρια του ελληνικού ποδοσφαίρου, ποδοσφαιριστές με απίστευτες και πολυποίκιλες ικανότητες που προσέφεραν θέαμα χωρίς ρέγουλα. Θυμηθείτε, δεν είναι τόσο μακριά, όταν μεσουρανούσαν ο Καραπιάλης, ο Νόμπλιας, ο Τσάρτας, ο Φρατζέσκος, ακόμη και ο Τουρσουνίδης, ο Λυμπερόπουλος λίγο αργότερα, υπήρξαν ποδοσφαιριστές μεγάλης κλάσης, που με καλύτερη διαχείριση του ταλέντου τους, συνεπικουρούμενη από πιο ορθή και επαγγελματική δουλειά θα μπορούσαν να είχαν προσφέρει ακόμη περισσότερα στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν π.χ. είχαν την ευκαιρία να φύγουν στο εξωτερικό νωρίς, πριν τα 20 τους χρόνια για να συναντήσουν τον επαγγελματισμό και κυρίως αυτό που όσοι έπαιξαν στο εξωτερικό αναφέρουν. Ότι ο ποδοσφαιριστής ασχολείται μόνο με τη δουλειά του, το ποδόσφαιρο. Δεν έχει να αντιμετωπίσει άλλες καταστάσεις όπως η απληρωσιά ή το κυνήγι από οπαδούς για ένα αυτογκόλ ή μια απρόσμενη ήττα, για να μη σταθούμε στα τερτίπια και τις πρακτικές ατζέντηδων.

Να δούμε τα 6άρια; Οκ, μπορεί να μην ήταν τόσο μεγάλης κλάσης , ή τόσο θεαματικοί όσο τα 10άρια που αναφέραμε, αλλά σίγουρα ήταν ακρογωνιαίοι λίθοι στις ομάδες τους. Εν ολίγοις, ταλέντο υπήρχε και εδώ. Από τους δικούς μας Κωνσταντινίδη και Πουρσανίδη, νωρίτερα τον Πετράν τον Μαρινάκη που ήταν ένα 6άρι πρωτοπόρο για τον τρόπο που αγωνιζόταν, που σκόραρε βγαίνοντας συχνά σαν κρυφό φορ μέχρι τον Μπασινά, τον Κατσουράνη, το Ζαγοράκη, σίγουρα η ποδοσφαιρική ποιότητα ξεχείλιζε.

Σήμερα ζούμε την εποχή που οι Έλληνες που ξεχωρίζουν στο υψηλότερο επίπεδο είναι τα σέντερ μπακ.

Προεξάρχοντος του αρχηγού πλέον της Εθνικής, Σωκράτη Παπασταθόπουλου, συνεπικουρούμενου από τον πολυσυζητημένο Κώστα Μάνωλα, ο οποίος με ένα γκολ από τα πιο τρελά όνειρα του θεού του ποδοσφαίρου απέκλεισε κοτζάμ Μπαρτσελόνα , αλλά και του νεαρότερου Μαυροπάνου που ήδη έχει βρει θέση στο ρόστερ της Άρσεναλ, έχουμε μια χαρά παραγωγή κεντρικών αμυντικών.

Όλα τα παραπάνω για να υπερτονίσουμε ότι ταλέντο στην Ελλάδα υπάρχει!

Για να καταδείξουμε ότι υπάρχει η δυνατότητα να βελτιωθεί το θέαμα στα ελληνικά γήπεδα.

Δεν είναι φυσικά τυχαίο, πως από τον Πούσκας, τον Γκόρσκι και τον Γκμόχ μέχρι τον Γκεραλντάκη, το Ρεχαγκελ και το Σάντος οι ελληνικές ομάδες που χαρακτήρισαν μια εποχή είχαν στο τιμόνι καπετάνιο από τα ξένα .

Καπετάνιους που καινοτόμησαν, που έφεραν κάτι καινούριο, που διέβλεπαν τα δυνατά σημεία του Έλληνα ποδοσφαιριστή και τα αναδείκνυαν.

Μεγάλο ρόλο για αυτό φυσικά παίζει το γεγονός ότι ιδιαίτερα ο Έλληνας προπονητής ζει με μια λαιμητόμο πάνω από το κεφάλι του, έτοιμη να του στερήσει την θέση.

Ένα, δύο, τρία κακά αποτελέσματα και «αντιός αμίγκο».

Έτσι η νίκη έστω και μισό μηδέν γίνετε αυτοσκοπός, μακροπρόθεσμο πλάνο δεν νοείται να υπάρχει, σχεδιασμός και ανάδειξη ταλέντων επίσης.

Ο ξένος προπονητής όμως κοστίζει περισσότερο, η απόλυση φέρνει πιο παχυλή αποζημίωση, οπότε έχει κάπως μεγαλύτερα περιθώρια. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο Ευγένιος μέχρι τον πρώτο Γενάρη της 15ετίας του δεν είχε δείξει τίποτα ιδιαίτερο, οι φήμες έλεγαν ότι το πολύ να αντέξει μέχρι το Μάρτη, ενώ ο ίδιος υπογράφοντας στον ΟΦΗ είχε ήδη κλείσει αεροπορικά εισιτήρια επιστροφής εντός διμήνου.

Μην ξεχνάμε τι κράξιμο έφαγε ο Ρεχάγκελ επειδή έδιωξε τον Γεωργάτο και επειδή άρπαξε 5άρα στο ντεμπούτο του σε ένα φιλικό με την Φιλανδία, ενώ ακόμη γελάω ενθυμούμενος το προσωνύμιο που κάποιες αθλητικές φυλλάδες είχαν δώσει στον Σάντος , «ο καρπουζάς από το Εστορίλ». Ο «καρπουζάς» που σήμερα είναι πρωταθλητής Ευρώπης με την πατρίδα του, ενώ και η εθνική Ελλάδος τον θυμάται με τις καλύτερες αναμνήσεις.

Κλείνοντας αυτό το πρώτο μέρος περί των προτερημάτων του ελληνικού ποδοσφαίρου, ή των εν δυνάμει προτερημάτων αφού είναι συχνά καλά κρυμμένα θα σταθώ στο κυρίαρχο πλεονέκτημα του Έλληνα ποδοσφαιριστή. Του Έλληνα αθλητή γενικότερα.

Είναι η καρδιά και η ψυχή. Είναι το πάθος και η αυταπάρνηση που είναι ικανές να υπερκεράσουν οποιοδήποτε αντίπαλο. Μόνο με την κατάθεση καρδιάς και ψυχής ήρθαν οι μεγάλες επιτυχίες. Δεν ήταν καλύτερη ομάδα ο ΟΦΗ ούτε από την Σλάβια Πράγας τότε, ούτε από την Ατλέτικο Μαδρίτης. Όμως ήρθαν επικές προκρίσεις που δε συζητάμε μόνο εμείς, αλλά και οι ηττημένοι, ακόμη σήμερα, δεκαετίες αργότερα.

Παρομοίως για άλλες συλλογικές επιτυχίες που δε θα αναφερθώ , είπαμε ωριμάζοντας να διατηρήσουμε ένα πιο αντικειμενικό προφίλ, αλλά οπαδικό σάιτ είμαστε. Όμως, η καρδιά και η ψυχή έφεραν μεγάλες νίκες απέναντι σε καλύτερες ομάδες και για άλλες ελληνικές ομάδες.

Πόσο μάλλον για το έπος του 2004, που φυσικά δεν ήμασταν καλύτεροι ούτε από την Πορτογαλία (με καλύτερο ρόστερ από αυτό που κατέκτησε το κύπελλο το 2016), ούτε από την Τσεχία, ούτε ακόμη και από τη Ισπανία που αποκλείσαμε στους ομίλους .

Ας το προσθέσουμε στα προτερήματα του Έλληνα ποδοσφαιριστή. Μάλιστα είναι ένα στοιχείο που δεν βρίσκεις τόσο εύκολα σε ποδοσφαιριστές που κατάγονται από τον Βορρά.

Ο Έλληνας ποδοσφαιριστής εν κατακλείδι διαθέτει απίστευτα ψυχικά χαρίσματα, ικανά να χαρακτηρισθούν σαν συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους ψυχρούς χαρακτήρες των βόρειων χωρών. Μπορεί να διαθέτει υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης, δύναμη, ταχύτητα, να έχει στοιχεία Ιταλού επιθετικού, Ισπανού μέσου και Γερμανού αμυντικού. Είναι ικανός δηλαδή να προσφέρει θέαμα, αρκεί οι συνθήκες να είναι τέτοιες για να το επιτρέψουν…

Θα συνεχίσουμε όμως με τα εν δυνάμει πλεονεκτήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου στο επόμενο «επεισόδιο». Δύσκολο σίγουρα να ανακαλυφθούν, όμως υπάρχουν…

Συνεχίζεται...

Oficrete