Oficrete
27/06/2020 - 11:24

Τι μάθαμε από τη Λίβερπουλ του Κλοπ

Μετά από 30 χρόνια, η Λίβερπουλ είναι ξανά πρωταθλήτρια. Η επιτυχία της βασίστηκε σε ένα πολυετές project, στο οποίο αξίζει να επικεντρωθούμε, αλλά και να μάθουμε από αυτό

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Χρίστος Σμπώκος
H Λίβερπουλ είναι, και τυπικά πια, πρωταθλήτρια Αγγλίας. Μεγάλη στιγμή, για μία μεγάλη ομάδα, που το περίμενε 30 χρόνια. Μεγάλη στιγμή όμως, γενικά και για το ποδόσφαιρο, γιατί η επιτυχία της αυτή, αφορά πολύ κόσμο και καθρεφτίζει μία συγκεκριμένη κουλτούρα, γύρω από το άθλημα. Είναι όμως και σπουδαία στιγμή, για τον τρόπο που κατάφερε να φτάσει στην επιτυχία αυτή. Σπουδαία και διδακτική για όλους μας.

Η ομάδα του Κλοπ ήταν φέτος η καλύτερη στον Κόσμο. Το δείχνουν τα στατιστικά της, αλλά κυρίως το βγάζει η εικόνα της στο γήπεδο. Σάρωσε τα πάντα, στο πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα της Ευρώπης. Η επιτυχία, όμως, δεν ήρθε ξαφνικά. Πέρυσι έχασε τον τίτλο, παρότι μάζεψε 97 βαθμούς! Πήρε βέβαια το Champions League (με μία επική πρόκριση εναντίον της Μπαρτσελόνα). Ο στόχος της όμως, ήταν το πρωτάθλημα. Δεν το έβαλε κάτω. Επέστρεψε δριμύτερη και τη χρονιά που διανύουμε, το πήρε από το Μάρτιο ουσιαστικά!

Πέρα από τους συμβολισμούς, το ειδικό βάρος και τη συναισθηματική πλευρά του θέματος, υπάρχει κατά τη γνώμη μου και μία καθαρά ποδοσφαιρική πτυχή, που αξίζει να σταθούμε. Αφορά τον τρόπο που έφτασε ως εκεί.

Η πορεία της Λίβερπουλ με τον Κλοπ - Μία διαρκής πρόοδος

O Κλοπ ανέλαβε την ομάδα το 2015, όχι από την αρχή. Ουσιαστικά η 1η σαιζόν ήταν «γνωριμίας». Τερμάτισε 8η, αλλά έφτασε στον τελικό του Europa League. Την επόμενη σαιζόν, χωρίς Ευρώπη, ο Κλοπ άρχισε να βάζει τη σφραγίδα του. Χωρίς να «πετάξει» τη μισή ομάδα, σταδιακά πρόσθετε στοιχεία. Επιλεγμένες προσθήκες (Μανέ, Βαϊνάλντουμ), αλλά κυρίως τακτικές αλλαγές και ένα νέο τρόπο να παίζει η ομάδα. Τερμάτισε 4η.

Στην ίδια θέση τερμάτισε και τη σαιζόν 2017-18, φτάνοντας και στον τελικό του Champions League. Βαθμολογικά δεν προόδευσε, θα έλεγε κανείς. Όμως, όποιος έβλεπε την εικόνα της στο γήπεδο, έβλεπε και ξεκάθαρα ότι υπήρχε βελτίωση. Τη σαιζόν εκείνη, έβαλε στην ομάδα πάλι λίγους, αλλά σημαντικούς παίκτες (Σαλάχ, Φαν Ντάικ, Ρόμπερτσον), αλλά πούλησε κιόλας (Κουτίνιο στη Μπαρτσελόνα).

Την επόμενη χρονιά, η δουλειά και η πρόοδος φάνηκαν πολύ πιο έντονα. Με επιλεγμένες ξανά κινήσεις (Άλισον, Κεϊτά και παίκτες ρολίστες, όπως ο Σακίρι) και συνεχίζοντας τη δουλειά με τον ίδιο κορμό. Σε μία εξωπραγματική σαιζόν και έναν ανταγωνισμό, που δεν είχαμε ξαναδεί με τη Σίτυ, κατάφερε η Λίβερπουλ να τελειώσει με 97 πόντους το πρωτάθλημα, αλλά να βγει 2η! Πήρε βέβαια το Champions League και γενικά εντυπωσίασε με την απόδοσή της. Η απώλεια όμως ενός τίτλου, για ακόμα μία χρονιά, ήταν βαριά. Είχε φτάσει στην πηγή, χωρίς να πιεί νερό.

Τη σαιζόν που διανύουμε όμως, η Λίβερπουλ πήρε τον τίτλο εμφατικά, καθαρά και σαρωτικά. Με μία εντυπωσιακή πορεία, δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Με μόλις μία ήττα και βαθμολογική διαφορά τεράστια, από τη 2η Σίτυ.

Ο τρόπος που έφτασε ως εδώ η Λίβερπουλ

Αυτό το κατάφερε, βελτιώνοντας ακόμα περισσότερο τον τρόπο παιχνιδιού της. Χωρίς καμία νέα μεταγραφή. Η ομάδα του Κλοπ, έμαθε να παίζει ένα συγκεκριμένο στυλ παιχνιδιού. Της πήρε 2-3 χρόνια, αλλά κάθε σαιζόν βλέπαμε πρόοδο. Κατάφερε να δημιουργήσει ένα δικό της - νέο - τρόπο, είχε την υπομονή, την επιμονή και την διορατικότητα να μην τον αλλάξει και δικαιώθηκε.

Δεν έκανε, για τα δεδομένα της και σε σύγκριση με τα μεγάλα Ευρωπαϊκά clubs, μεγάλες μεταγραφές. Πήρε ποδοσφαιριστές με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό IQ και συγκεκριμένες αρετές, που ταίριαζαν στο πλάνο της και συμπλήρωναν ατέλειες ή αδυναμίες της. Βελτιωνόταν η ομάδα, μέσα από την ατομική πρόοδο των ποδοσφαιριστών της.

Πόσες ομάδες θα έχαναν τίτλο για 1 πόντο, μετά από 29 χρόνια αναμονής και δε θα έχαναν τη ψυχραιμία τους; Πόσες ομάδες δε θα επέλεγαν την «εύκολη λύση» και σαφώς πιο εύπεπτη για τον κόσμο, των 2-3 μεγάλων μεταγραφών που θα κάνουν τη διαφορά; Και όμως αποφάσισε ότι όπως είναι η ομάδα, μπορεί να τα καταφέρει. Με ένα ακόμα χρόνο δουλειάς, αφομοίωσης των ζητούμενων και ατομικής και ομαδικής βελτίωσης. Και τα κατάφερε.

Είχε αποφασίσει να προχωρήσει με τη δική της φιλοσοφία και οπτική για το ποδόσφαιρο. Με ένα στυλ διαφορετικό, με πολύ παιχνίδι από άκρα, ανελέητο πρεσάρισμα και τρεξίματα για ανακτήσεις της μπάλας, που οδηγούσαν σε κατά κύματα επιθέσεις και έπνιγαν τον αντίπαλο. Με φορ που δεν παίζει μόνο για το γκολ και εξτρέμ που κινούνταν σε όλο το πλάτος της επίθεσης, πατούσαν περιοχή και είχαν τεράστια ελευθερία κινήσεων. Με ένα τερματοφύλακα που ξεκινούσε το χτίσιμο και στόπερ - playmakers. Και βέβαια, δίνοντας στα παιχνίδια της φοβερό ρυθμό και ένταση, που ο αντίπαλος αδυνατούσε να ακολουθήσει για 90’.

Η Λίβερπουλ του Κλοπ, πρόσφερε στο ποδόσφαιρο ένα νέο τρόπο. Κατέθεσε την πρότασή της, επέμεινε σε αυτή και έφτασε στο στόχο της. Η εξέλιξη που παρουσίασε από σαιζόν σε σαιζόν είναι τεράστια και, κατά τη γνώμη μου, εκεί είναι που πρέπει να επικεντρωθούμε.

Η αθέατη πλευρά της επιτυχίας

Βέβαια, η εικόνα που βλέπουμε στο χορτάρι, απαιτεί και πάρα πολλή δουλειά, που εμείς δε βλέπουμε. Από τους ποδοσφαιριστές φυσικά, αλλά και από ένα τεράστιο αριθμό ανθρώπων, που εργάζονται στον οργανισμό.

Ο Κλοπ ξεκίνησε να χτίζει την ομάδα, πρώτα εκτός γηπέδου. Πέτυχε να δημιουργηθεί μία νέα δομή, ομάδες ικανές που θα του επέτρεπαν να αφοσιωθεί στη δική του δουλειά. Ο οργανισμός στελεχώθηκε σε όλα τα επίπεδα. Αναλυτές, scouters, ιατρική ομάδα, ειδικοί σε κάθε τομέα, επιλέχθηκαν για να υπηρετήσουν το πλάνο. Ο καθένας με το ρόλο του και την εξειδίκευσή του και ένα πέπλο εμπιστοσύνης, που τους έδωσε τη δυνατότητα να εργαστούν σωστά, χωρίς εκπτώσεις στο αντικείμενό τους.

Κάπως έτσι, η ομάδα έφτασε να σαρώνει, όχι μόνο αγωνιστικά, αλλά και εκτός γηπέδου, με υγεία, έσοδα που της προσφέρουν αυτάρκεια και προοπτική και ένα brand που διαρκώς απογειώνεται.

Το μάθημα της Λίβερπουλ (και για τον ΟΦΗ)

Το ποδόσφαιρο του 2020, με το χαστούκι του covid-19 να έχει τραντάξει το σύμπαν, πρέπει να διδαχθεί από το project της Λίβερπουλ. Έως και να το αντιγράψει. Ομάδες φιλόδοξες, που ενδιαφέρονται να χτίσουν μακροπρόθεσμα και βιώσιμα projects, αλλά και να προσφέρουν ένα ενδιαφέρον προϊόν, μέσα κι έξω από το γήπεδο, πρέπει να μελετήσουν το μοντέλο αυτό.

Να επιδιώξουν την ανέλιξη και τις επιτυχίες για την ομάδα τους επιλέγοντας τη διαρκή πρόοδο και βελτίωση, πατώντας γερά στα πόδια τους. Να αλλάξουν το παράδειγμα του «παίρνω παίκτες και φτιάχνω ομάδα». Να ψάξουν, να δουλέψουν και να δημιουργήσουν το κατάλληλο μείγμα, που θα φέρει την επιτυχία. Να βάλουν στη ζωή τους την τεχνολογία, την τεχνογνωσία και το μοίρασμα ρόλων. Να έχουν υπομονή και επιμονή. Αλλά και να μη χάσουν το μεράκι, το όραμα και την αγάπη για το σπορ, που βγάζει η Λίβερπουλ.

Ο Κλοπ, στα επινίκια, ήταν εμφανώς φορτισμένος συναισθηματικά. Μπορεί να δούλεψε το project, με μεγάλες δόσεις τεχνοκρατικής λογικής, μπορεί όλα αυτά τα χρόνια να μη χάλασε τη συναισθηματική του σταθερότητα και να μην άφησε να τον παρασύρει η επιτυχία ή και η αποτυχία, αλλά δεν έκρυψε ότι πέρα από όλα αυτά, στο ποδόσφαιρο υπάρχει και η ψυχή. Το μείγμα είναι το ζητούμενο. Όταν όμως τον ρώτησαν «πως τα καταφέρατε», απάντησε με μία λέξη: consistency. Συνοχή. Και αυτή έρχεται με συνεχή δουλειά και βελτίωση, μέρα με την ημέρα.

Εμείς στην ομάδα μας, έχουμε μπροστά μας ένα νέο project, που χτίζεται. Και το φοβερό αυτό (success) story της Λίβερπουλ, νομίζω είναι πολύ διδακτικό και χρήσιμο.

Oficrete