Oficrete
22/08/2019 - 09:30

Τόσο δύσκολο είναι να πάρουν δύο στόπερ δηλαδή;

Όχι, δεν είναι δύσκολο να πάρει ο ΟΦΗ δύο στόπερ. Το δύσκολο είναι να πάρει τους στόπερ που ταιριάζουν ακριβώς στο προφίλ που θέλει η ομάδα.

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Χρίστος Σμπώκος
728x90 general
Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Φυσικά και όλοι θα θέλαμε από Ιούλιο, αν είναι δυνατό, να έχουμε κλείσει το ρόστερ μας. Και πιο πολύ από όλους θα το ήθελε αυτό το προπονητικό τιμ, αλλά και η διοίκηση, να ησυχάσει το κεφάλι τους και να δουλέψει η ομάδα άνετα κι ωραία. Δυστυχώς, δεν είναι πολύ εύκολο να συμβεί κάτι τέτοιο.

Όπως και να έχει, φτάσαμε τέλη Αυγούστου, με τον ΟΦΗ να μην έχει κλείσει ακόμα το ρόστερ του και κυρίως να μην έχει κάνει τις 2 προσθήκες που περιμένουμε από την έναρξη της περιόδου στο κέντρο της άμυνας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στα δύο πρώτα ματς θα παίξουμε με το ρόστερ που υπάρχει ήδη διαθέσιμο και δουλεμένο. Ακόμα κι αν γίνουν οι προσθήκες, δύσκολα θα τους δούμε στο γήπεδο. Ας το καταπιούμε, να πάμε παρακάτω.

Η κριτική καλώς γίνεται. Λείπουν οι λύσεις στην άμυνα και αυτό είναι πρόβλημα. Η ισοπέδωση πάλι, δεν κάνει καλό. Οι άνθρωποι που χειρίζονται τις μεταγραφές, αποφάσισαν να πάρουν ένα ρίσκο και να περιμένουν ως το τέλος της περιόδου, για να επιλέξουν τους δύο στόπερ. Προφανώς, θεωρούν ότι αξίζει να περιμένουν, γιατί όντως θα έρθει κάτι καλύτερο από ό,τι είναι άμεσα διαθέσιμο. Προφανώς επίσης, εφόσον μιλάμε για ρίσκο, υπάρχουν και κίνδυνοι. Ο βασικότερος είναι ότι δε θα είναι πλήρης ο ΟΦΗ στα δύο πρώτα ματς, με Άρη και ΠΑΟ εκτός έδρας.

Το ερώτημα είναι, προτιμάμε μία όσο το δυνατό καλύτερη επιλογή στόπερ για όλο το πρωτάθλημα ή να απλά πάμε πλήρεις σε αυτά τα πρώτα «επίσημα - φιλικά» ματς, όπως τα έχω γράψει στο παρελθόν (συμβαίνει κάθε χρόνο, με την διακοπή για τις εθνικές στις αρχές Σεπτέμβρη); Θα μου πει κάποιος, το έχεις σαν δεδομένο ότι θα βγουν οι μεταγραφές; Φυσικά και όχι. Αλλά δεν έχω και σαν δεδομένο ότι αν είχαμε δύο στόπερ, θα παίρναμε αποτελέσματα. Θα ήμασταν απλά πιο ολοκληρωμένοι. Η διοίκηση λοιπόν, στο ερώτημα αυτό, απαντά ότι προτιμά να εξαντλήσει τα περιθώρια.

Προσωπικά, έχω πολλές φορές αναρωτηθεί γιατί δεν πήγε ο ΟΦΗ σε μία μέση λύση. Να πάρει δηλαδή από νωρίς ένα στόπερ, που θα προλάβει να μπει, να δουλέψει με την ομάδα και να βοηθήσει και στις προπονήσεις, θυσιάζοντας κάποια από τα standards και να περιμένει για τον 2ο, τον «καλό». Είναι σαφές ότι η απάντηση στη σκέψη μου είναι, ότι δε θέλουν να θυσιάσουν κάποιο από τα χαρακτηριστικά που επιθυμούν να έχουν και οι 2 στόπερ που ψάχνουμε. Δικό τους το καρπούζι, δικό τους και το μαχαίρι. Ποια όμως είναι αυτά τα δυσεύρετα χαρακτηριστικά;

O ΟΦΗ ψάχνει στόπερ που στο αγωνιστικό κομμάτι:

• Θα είναι καλός ανασταλτικά (το αυτονόητο)

• Θα είναι καλός με τη μπάλα στα πόδια και στο passing game

• Θα είναι γρήγορος σε σκέψη και αν είναι εφικτό και σωματικά

• Θα έχει χαρακτήρα και προσωπικότητα και ηγετικά χαρακτηριστικά

Kαι, παράλληλα, θα πληροί κάποια αντικειμενικά κριτήρια:

• Θα είναι σε καλή ηλικία , με περιθώρια εξέλιξης και βελτίωσης (όλος ο μεταγραφικός σχεδιασμός το ακολουθεί αυτό)

• Θα έχει μεταπωλητική αξία

• Θα είναι εντός μπάτζετ

Φαντάζομαι, καταλαβαίνουμε όλοι ότι είμαστε πολύ απαιτητικοί…

Ως τώρα γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τη μία περίπτωση, του Ιρανού Σαλίμι, που όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ, ήταν πρώτη επιλογή για τον ΟΦΗ, η διαπραγμάτευση κράτησε πολύ καιρό, αφορά σε αγορά από ομάδα (πληρωμή ρήτρας) και η καθυστέρηση, τουλάχιστον εντός του Αυγούστου, αφορά σε γραφειοκρατικά θέματα. Μελετώντας την παραπάνω λίστα, βλέπουμε ότι τουλάχιστον ως προς τα αντικειμενικά κριτήρια, είναι εντός της φιλοσοφίας της ομάδας. Από τα αρκετά video που μπορεί κανείς να εντοπίσει, δημιουργείται και μία αισιοδοξία και για τα αγωνιστικά, αλλά αυτά κρίνονται πάντα στο γήπεδο.

Θα μου πει κάποιος, γιατί να μη γίνει μία υπέρβαση στο μπάτζετ; Ή γιατί πρέπει ντε και καλά να έχει μεταπωλητική αξία; Ή γιατί να είναι μικρός, με περιθώρια βελτίωσης και όχι έτοιμος. Η απάντηση είναι μονολεκτική: αυτάρκεια.

Ο ΟΦΗ χτίζει μία ομάδα 3ετίας, όπου θα βρίσκονται ποδοσφαιριστές με αξία, οι οποίοι εντός της ομάδας θα βελτιωθούν, με στόχο είτε να αποτελέσουν θεμέλιους λίθους για χρόνια, στοχεύοντας σε αγωνιστικές επιτυχίες, είτε να πωληθούν σε μεγαλύτερες ομάδες και προηγμένα πρωταθλήματα. Με αυτό τον τρόπο έχει σχεδιαστεί να προχωρήσει η ομάδα. Στόχος έως και αυτοσκοπός, όπως έχω γράψει ξανά, η αυτάρκεια της ομάδας. Να μην έχει ανάγκη καμία τσέπη.

Επειδή όμως νιώθω ότι ξεφεύγουμε από το βασικό μήνυμα της νέας εποχής, που ήταν «μιλάμε μόνο για ποδόσφαιρο», βρήκα καλή ιδέα να δούμε τι συμβαίνει διεθνώς στο ποδόσφαιρο, όσο αφορά τη συγκεκριμένη θέση, των στόπερ.

Αυτή τη στιγμή, οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές ομάδες χτίζονται πάνω σε αμυντικούς (αλλά και τερματοφύλακες), με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Βρισκόμαστε στην εποχή των ball play defenders (αμυντικοί που παίζουν με τη μπάλα). Το ποδόσφαιρο πια, στηρίζεται στην καλή κυκλοφορία της μπάλας και στην ταχύτητα σκέψης και πράξης. Χρειάζονται οι ομάδες, αμυντικούς που θα ανταποκρίνονται, στο χτίσιμο του παιχνιδιού από πίσω (build up), ψύχραιμους και αποτελεσματικούς, όταν ο αντίπαλος πρεσάρει ψηλά. Επίσης οι ομάδες πρεσάρουν ψηλά. Έτσι χρειάζονται και αμυντικούς πίσω, που θα μπορούν να πάρουν τις σωστές αποφάσεις, θα έχουν τις κατάλληλες τοποθετήσεις και θα ξέρουν πώς να χειριστούν τις αντεπιθέσεις που προκύπτουν όταν το πρέσινγκ σπάσει (το περίφημο αμυντικό transition). Για να το κάνουν αυτό, όπως προαναφέρω, πρέπει να είναι γρήγοροι και στο μυαλό και στα πόδια και να έχουν χαρακτήρα που θα τους σπρώχνει να παίρνουν πρωτοβουλίες.

Ακριβώς επειδή το ποδόσφαιρο πάει σε αυτή την εποχή, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, προσπαθώντας να επανακάμψει, έδωσε τα λεφτά της (80 εκατ. λίρες) για να πάρει ένα τέτοιο αμυντικό, τον Μαγκουάιρ της Λέστερ («θυσιάζοντας» τον Λουκάκου). Πρόκειται για την ακριβότερη μεταγραφή αμυντικού όλων των εποχών.

Παράλληλα, η βασική αγορά της Άρσεναλ ήταν ο Νταβίντ Λουίζ, μιας και ο Έμερι έκρινε ότι η ομάδα είχε δυσκολία στο να χτίσει παιχνίδι από πίσω. Για τους ίδιους λόγους, ο Ντε Λίχτ του Άγιαξ αποτέλεσε τον πιο περιζήτητο ποδοσφαιριστή αυτό το καλοκαίρι. Και φυσικά είναι γενική παραδοχή ότι η προσθήκη που έκανε τη διαφορά στην περσινή Λίβερπουλ, ήταν αυτή του Φαν Ντάικ. Αντιθέτως, μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες που δεν έχουν λύσει αυτό το θέμα τους (πχ, Ρεάλ), βλέπουμε ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα, παρότι διαθέτουν τους κορυφαίους μεσοεπιθετικούς.

Για να προλάβω το «κακό», όχι δε συγκρίνω τη Λίβερπουλ με τον ΟΦΗ, ούτε τον Φαν Ντάικ με το Σαλίμι. Αυτό που επισημαίνω είναι ότι εφόσον ο ΟΦΗ θέλει να δημιουργήσει μία σύγχρονη ομάδα, με φιλοσοφία ευρωπαϊκή και επιθετική, θα πρέπει - στη δική του προφανώς κλίμακα - να αναζητήσει τέτοιου τύπου στόπερ. Και είναι ξεκάθαρο ότι και δυσεύρετοι είναι και κοστίζουν αρκετά.

Oficrete