Oficrete

Το «γκαραντί»

«Έχω μια πληροφορία, γκαραντί. Από μέσα. Από πολύ μέσα, σας λέω· ο άνθρωπός μου είναι δίπλα στις εξελίξεις».
facebook banner

Ποιος δεν ψοφάει για «γκαραντί» πληροφορίες; Είναι στη φύση μας, ρε παιδί μου. Και να τις ακούμε και να τις αναπαράγουμε· ενίοτε να επινοούμε και δικές μας. Δεν είναι δύσκολο, λίγη δημιουργικότητα χρειάζεται και μπόλικη δόση αυθαίρετων συνδυασμών μεταξύ ασύνδετων γεγονότων και έτοιμο το «γκαραντί», φρεσκότατο, προς κατανάλωση.

Όλοι μας έχουμε ανθρώπους στο περιβάλλον μας, που διατυμπανίζουνε τα «γκαραντί» τους. Στο ποδόσφαιρο, ιδιαίτερα, ο καθένας κουβαλά και το δικό του. «Μου είπανε, άκουσα, ψιθυρίζεται, ψήνεται, έρχεται» και πάει λέγοντας.

Τα πιο πιπεράτα αφορούνε πάντοτε το ιδιοκτησιακό και την ενδεχόμενη πώληση της ομάδας. Κινέζοι επιχειρηματίες κι αλαμπουρνέζοι λεφτάδες, πιλότοι και οδηγοί τρακτέρ, μεγαλοξενοδόχοι και μικροψιλικατζήδες, εμίρηδες και κακομοίρηδες, μπροστινοί και πισινοί, αυτόφωτοι κι ανδρείκελα, κατάσκοποι και πράκτορες ενδιαφέρονται συνεχώς να …αγοράσουν την ομάδα.

Και, φυσικά, η πηγή πρέπει να μείνει κρυφή κι ανώνυμη. Το βαθύ λαρύγγι του …γκαραντινολόγου ποτέ δεν αποκαλύπτεται. Αλλά βεβαιώνεται με παρρησία πως είναι «από μέσα». Όχι απέξω. Από το περιβάλλον της ομάδας, από το τεχνικό τιμ, από επιχειρηματικούς κύκλους, από διευθυντές επιχειρήσεων, από ταξιτζήδες που μετέφεραν ενδιαφερόμενους και πιάσανε κουβέντες στον αέρα, από κοριούς της ΕΥΠ και παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές, από ταχυδρομικά περιστέρια κι ανώνυμες επιστολές, από μπαργούμαν και μπουφετζήδες, από όπου μπορείς να φανταστείς.

Ο διακινητής του «γκαραντί» αρέσκεται να ξεκινά την αφήγηση με τη φράση «ό,τι σου πω, μένει μεταξύ μας…». Σαν τελετή μύησης σε έναν μυστηριακό κόσμο, όπου παίρνεις το χρίσμα για να μπεις κι όπου μονάχα λίγοι και εκλεκτοί μοιράζονται τόσο υψηλά απόρρητες πληροφορίες. Τι κι με το που ακούσεις το «μένει μεταξύ μας», καταλαβαίνεις πως ήδη το γνωρίζει το μισό καφενείο· σαγηνεύεσαι από την ατμόσφαιρα κι ενδίδεις, για να αναπαράξεις τη μπαρούφα κι εσύ, με το ίδιο ακριβώς τελετουργικό, στην πρώτα ευκαιρία.

Το «γκαραντί» είναι το αλατοπίπερο του κουτσομπόλη και το πλασέμπο του οπαδού. Το νερό στο μύλο της αφέλειας αλλά και μια δροσιστική βουτιά για ν’ αποξεχάσει κανείς τα προβλήματά του. Η αποσυμπίεση του εγκεφάλου μα και το κάψιμο του μυαλού. Η καραμέλα του ευκολόπιστου και η τσίχλα του καχύποπτου. Εξιτάρει τη φαντασία και βιάζει την πραγματικότητα.

Αν ακούσετε κανένα καλό «γκαραντί» ετούτες τις ημέρες, απολαύστε το και μετά πετάξτε το στα σκουπίδια. Στους μπλε κάδους όμως, καθότι ανακυκλώνεται με ευκολία.

Oficrete